Δημοτικὲς Ἐπιτροπὲς Διαβούλευσης. Ἀπὸ μέσα.

Ὁ θεσμός τῆς Δημοτικῆς Ἐπιτροπῆς Διαβούλευσης ἦταν πρόβλεψη τοῦ «Καλλικράτη» γιὰ τὴν διεύρυνση τῆς συμμετοχῆς τῆς «κοινωνίας τῶν πολιτὼν» στὰ κοινὰ σὲ ἐπίπεδο κυττάρου (Τοπικῆς Αὐτοδιοίκησης), σὲ δήμους πληθυσμοῦ ἄνω τῶν 10.000 κατοίκῶν (καὶ στὶς Περιφέρειες). Εἶναι συμβουλευτικὸ γνωμοδοτικὸ συλλογικὸ ὄργανο γιὰ τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο καὶ τὸν Δήμαρχο, μὲ ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ, σοβαρὸ, ποιοτικὸ, θεωρητικὰ, ρόλο. 

Ἕλκει καταγωγὴ ἀπὸ τὶς σοβαρὰ ὀργανωμένες τοπικὲς κοινωνίες τῆς Ἐλβετίας, τῆς Ὁλλανδίας καὶ τῆς Γαλλίας, ὅπου ἔχει ἰσχυρὸ παρεμβατικὸ καὶ ἀποφασιστικὸ ἔργο. Ἐκεῖ ἡ Δ.Ε.Δ. μπορεῖ νὰ εἰσηγηθεῖ καὶ νὰ γνωμοδοτήσει ἀρνητικά γιὰ ἕνα θέμα στὸ Δ.Σ. καὶ ἄν αὐτὸ ψηφίσει ἀντίθετα, ἡ απόφαση δὲν ὑλοποιείται καὶ παραπέμπεται στὴν Ἀποκεντρωμένη Διοίκηση. 

Στὴν Ἑλλάδα εἶναι ἰδιοκατασκευἠ, χωρίς ἀποφασιστικὸ ἤ ἀνασταλτικὸ χαρακτῆρα, μέ«ψαλιδισμένες» ἁρμοδιότητες καὶ δομικές ἀντιφάσεις καὶ εὔκολα μετατρέπεται σὲ δημαρχιακὀ ὄργανο. 

Τὀ λειτουργικὀ της πλαίσιο ἐπιτρέπει τὴν τυπικὴ καὶ προσχηματικὴ σύγκληση πρὸς ἐπικύρωση προειλημμένων ἀποφάσεων, εἴτε τῆς κεντρικῆς κυβερνήσεως εἴτε τοῦ δημάρχου, ὅπως συνέβη μὲ ἔργο-προπομπό τοῦ «μεγαλειώδους» master plan τοῦ λιμανιοῦ τῆς Ραφήνας. 

Τὰ μέλη της ὁρίζονται απὸ τὸ δημοτικὸ ἤ τὸ περιφερειακὸ συμβούλιο, κατὰ τὰ ¾ εἶναι ἐκπρόσωποι συλλογικῶν φορέων καὶ κατὰ τὸ ¼ δημότες. Μέλος εἶναι καὶ ὁ δήμαρχος ἤ ὁ ὁριζόμενος μὲ ἀπόφαση δημάρχου ἀντιδήμαρχος.

 Γνωμοδοτεῖ μετά ἀπὸ συζήτηση σὲ φανερὴ ψηφοφορία γιὰ τὰ ἀναπτυξιακά προγράμματα τοῦ δήμου, τὸ ἐπιχειρησιακὸ καὶ τὸ τεχνικὸ πρόγραμμα καὶ γιὰ θέματα γενικότερου τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ποὺ παραπέμπει σ' αὐτήν τὸ δημοτικὸ συμβούλιο ἤ ὁ δήμαρχος, ὅπως τακτικότατα γίνεται στοὺς δήμους 3Β, Λαυρεωτικῆς, Παλλήνης, Κρωπίας, Σαρωνικοῦ (Ἀνατολικὴ Ἀττικὴ), ἀκόμα καὶ εν μέσω πανδημίας, ὅπου δὲν τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς διακοσμητικὸ στοιχεῖο. 

Γιὰ τὸν Προϋπολογισμὸ οἱ ἀρμοδιότητες της περιγράφονται στὸ Ν.4555/2018 ἄρθρο 78, παρ. 2, ἐδὰφ. στ.: «ἡ Δ.Ε.Δ. διατυπώνει ἁπλῆ γνώμη γιἀ τὸ προσχέδιο τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὄχι ἐπὶ τοῦ τελικοῦ σχεδίου» καὶ ἄρθρο 77 παρ. 4 «ἡ ἐκτελεστικὴ επιτροπὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ διαβούλευσης διατυπώνουν τὴν γνώμη τους μόνο κατά τὸ στάδιο κατάρτισης τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἀπαιτεῖται εκ νέου γνωμοδότηση γιὰ τὶς ὅποιες ἀναμορφώσεις ἀκολουθήσουν».

Δομικές ἀντιφάσεις:

α. ἡ βαρύτητα τῆς ψήφου (ἰσοψηφία ἐκπροσώπων συλλογικῶν φορέων καἰ δημοτῶν-μελῶν) ποὺ ὅμως αἴρεται ἐάν οὶ ἐκπρόσωποι (πρόεδροι) τῶν συλλογικῶν φορέων-μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς γνωμοδοτήσουν στὴν ἀνοιχτὴ ψηφοφορία χωρὶς νὰ ἔχουν προσκομίσει -ὡς θἀ ὄφειλαν- σχετικὲς γραπτές ἀποφάσεις τοῦ Δ.Σ. τοῦ συλλογικοῦ ὀργάνου.

β. ἡ ἐξάρτηση τῶν συλλόγων ἀπὀ δημοτικὲς ἐπιχορηγήσεις τοὺς καθιστᾶ (ἐκβιαστικὰ ἤ ἐθελούσια) ἐξάρτημα τῶν δημάρχων καὶ σχετικοποιεῖ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς γνωμοδότησης. Ἡ ὁμοφωνία ὑπέρ τῶν προτάσεων τοῦ δημάρχου ἀπὀ μέλη-ἐκπροσώπους ἐπιχορηγούμενων φορέων προκαλεῖ σκεπτικισμὸ.

γ. ἡ γνωμοδότηση σε σύντομες συνεδριάσεις, γιὰ Ἐπιτροπἠ 50 μελῶν ἀντιστοιχεὶ ἕνα δίλεπτο ἀνὰ μέλος για νὰ τοποθετηθεἰ σὲ κάθε θέμα καὶ ὅλα τὰ θέματα εἶναι σημαντικὰ.

Καρύδη Κυριακή (ΑΤ), μέλος Δ.Ε.Δ. Ραφήνας-Πικερμίου